Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

ΓΑΙΔΑΡΑΚΟΣ ΗΜΟΥΝΑ

Την είχα δώσει την υπόσχεση να γράψω κάτι για έναν αταίριαστο Έρωτα. Να η μόνη λογική εξήγηση.

Μια ιστορία άκουσα – να λένε ένα βράδυ
Και την απομνημόνευσα – σαν να ήταν πρώτο χάδι.

Την λέγανε ψιθυριστά – 2 γέροι σε ταβέρνα
Ίσως γιατί φοβότανε – μη τους ακούν πιο πέρα.

Γιατί ήτανε παράδοξα – τα όσα εξιστορούσαν
Και οι λοιποί ωτακουστές – μπορεί και να γελούσαν.

Μιλούσανε για ένα δεσμό – παράξενο να ζήσεις
Όταν λοιπόν μια αλεπού – σε γάιδαρο έδειξε προτιμήσεις.

Η ιστορία έγινε – σε χρόνους περασμένους
Τότε που το βουνό Όλυμπος – από θεούς ήταν ζωσμένος.

Ένα πρωί ο αρχηγός – ο Δίας ο μεγάλος
Καθότανε στον θρόνο του – και έλεγχε το κράτος.

Βαριότανε μα το θεό – δεν είχε τι να κάνει.
Έλειπε και η γυναίκα του – σε γάμο στη Κοζάνη.

Ο Άρης στο Αφγανιστάν – η Άρτεμις κυνήγι
Και ο Ποσειδώνας έλειπε – σε σπά εις την Υλίκη.

Μα να’σου εμπρός του ο Έρωτας – περνά με τα φτερά του
Στον Όλυμπο εξέμεινε – γιατί εξετάσεις έδινε εις τα Ισπανικά του.

Ά Έρωτα έλα εδώ- Να μην κάθομαι μόνος
Γιατί χωρίς μια συντροφιά – είν’ βαρετός ο θρόνος.

Κάθισανε οι δύο τους – και πίνανε σφηνάκια
Και βότσαλα πετούσανε – σε κάτι προβατάκια.

Και εκεί που εβαριότανε – και ντιρλα μεθυσμένοι
Εβλέπουνε μια αλεπού – τον κάμπο να διαβαίνει.

Καμαρωτή περπάταγε – κουνούσε την ουρά της.
Και κόκκινο πορτοκαλί – ήταν το τρίχωμα της.

Κοιτούσε λάγνα εδώ και εκεί – κάποιον να σαγηνέψει
Και στο τσουκάλι αργότερα – να τον εμαγειρέψει.

Α! να το θύμα φώναξε – ο Δίας και με στόμφο
Την αλεπού την πονηρή – να βάλουμε για στόχο.

Αυτή δεν αγαπιότανε – με ένα μικρό μαγκούστα?
Που όποτε το έβλεπε – έβγαζε μόνο γούστα?

Νομίζω είπε ο Έρωτας – μα το άφησε πιά μόνο
Γιατί ήταν πολυάσχολη - δεν είχε άλλο χρόνο.

Α! το μαγκούστα το έρημο – το έκανε να πονάει
Ε θα της δώσω μάθημα – που δεν θα το ξεχνάει.

Το βέλος σου θέλω Έρωτα – και να μην αστοχήσει
Τον γάιδαρο εκεί σιμά – καν’την να αγαπήσει.

Για την εικόνα να σας πω – να είναι ολοκληρωμένη
Τον κάμπο ένας γάιδαρος – αργά περιδιαβαίνει.

Φαρέτρα πήρε ο Έρωτας – το τόξο του τεντώνει
Στις αλεπούς τα οπίσθια – το βέλος του καρφώνει.

Και η δεύτερη η σαϊτιά – τον γάιδαρο χτυπάει
που τα καπούλια του ψηλά- κοιτά και αποράει.

Ποια σκνίπα πάλι τρομερή – με έβαλε σημάδι
Εμένα τον παλικαρά – τον πρώτο στο κοπάδι?

Ξάφνου λοιπόν η αλεπού – ξεχνά και το όνομα της
Κοιτάζει προς τον γάιδαρο – βλέπει τον έρωτα της.

Τι σώμα, τι κορμοστασιά – τι λίκνισμα τι χάρη
Και αυτά τα πεταχτά αυτιά – με στέλνουν στο φεγγάρι.

Τον θέλω για την πάρτη μου – τον θέλω για στεφάνι.
Τον θέλω να τον χαίρομαι – το θέλω το χαϊβάνι.

Και ο γάιδαρος μη φανταστείς – έπαθε τη ζημιά του.
Για αυτή εδώ την αλεπού – πουλούσε τη προβιά του.

Τρέχει λοιπόν η αλεπού – τον φτάνει όλο νάζι
Μέσα στα μάτια τον κοιτά – και το κορμί της βράζει.

Γειά σου με λένε αλεπού – του λέει με βραχνάδα.
Νομίζω πως βρεθήκαμε – πέρυσι στη Σπερχειάδα?

Ο γάιδαρος μαρμάρωσε – έχασε την μιλιά του
Ξέχασε και την πείνα του – αλλά και το όνομα του.

Μπορεί δεν είναι απίθανο – έχω χρόνια να πάω
Μα αν εκεί εκατοικείς – ευθείς θα ξαναπάω.

Σταμάτα… λέει η αλεπού – τα λες με τέτοια χάρη
Δεν θες να περπατήσουμε – οι δυό μας στο φεγγάρι?

Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν – οι δυό ερωτευμένοι
Αυτός πάντα στο πλάι της – και αυτή υπνωτισμένη.

Και λένε πως στις μέρες μας – Λιτόχωρο αν νυχτώσεις
Το βλέμμα στρέψε στο βουνό – μήπως τους ανταμώσεις